Για όσους μεγάλωσαν στα χωριά των Τρικάλων τη δεκαετία του '80, η Κυριακή της Αποκριάς δεν ήταν απλώς μια γιορτή, αλλά μια «ιεροτελεστία» επικοινωνίας και χαράς που ξεκινούσε από το κατώφλι του κάθε σπιτιού.

Η προετοιμασία: Μια κουβέρτα, ένα παλιό ρούχο και φαντασία

Οι «μασκαράδες» των 80s φτιάχνονταν με ό,τι υπήρχε στο σεντούκι:

  • Μια παλιά φλοκάτη ή μια κουβέρτα για να γίνεις «αρκούδα».

  • Τα ρούχα του παππού ή της γιαγιάς φορεμένα ανάποδα.

  • Λίγη μουντζούρα από το τζάκι στο πρόσωπο για μάσκα, ή και μάσκα πλαστική που ίδρωνε το πρόσωπο απο τα χνώτα. 

Τα παιδιά του χωριού, οργανωμένα σε μικρές παρέες, ξεχύνονταν στους δρόμους. Δεν υπήρχε «πρόγραμμα», υπήρχε μόνο ο ενθουσιασμός της μεταμφίεσης.

 Οι επισκέψεις στα σπίτια

Το πιο ζωντανό κομμάτι του εθίμου ήταν οι επισκέψεις. Οι μασκαράδες χτυπούσαν τις πόρτες και η απάντηση ήταν πάντα ένα χαμόγελο.

  • Η φιλοξενία: Εκείνα τα χρόνια ο φόβος ήταν λέξη άγνωστη. Οι πόρτες άνοιγαν διάπλατα. Μέσα, τα σπίτια ήταν γεμάτα κόσμο –θείοι, ξαδέρφια, γείτονες– όλοι μαζεμένοι γύρω από το αποκριάτικο τραπέζι.

  • Το φιλοδώρημα: Το «κέρασμα» για τους μικρούς επισκέπτες ήταν απλό αλλά πολύτιμο. Λίγα κέρματα (οι αξέχαστες δραχμές), σπιτικά γλυκά, λουκούμια ή φρούτα. Κάθε σπίτι είχε κάτι να δώσει, και κάθε παιδί ένιωθε τη χαρά της επιβράβευσης.

Μια εποχή χωρίς φόβο

Σήμερα, η εικόνα ενός αγνώστου (έστω και παιδιού) με μάσκα στην πόρτα μας ίσως προκαλεί δισταγμό. Στα Τρίκαλα των 80s όμως, η μάσκα ήταν το «διαβατήριο» για να γίνεις μέρος της οικογένειας. Οι άνθρωποι εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον, οι αυλές ήταν κοινές και το γλέντι μιας παρέας γινόταν γλέντι όλου του χωριού.

Ήταν τα χρόνια που η διασκέδαση δεν χρειαζόταν φώτα και εξέδρες, παρά μόνο μια ανοιχτή καρδιά και μια ανοιχτή πόρτα.