Από τα όπλα στην οικονομία 

Μια νέα, εξαιρετικά επικίνδυνη φάση στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν ξεκινά με την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, η Ουάσιγκτον αλλάζει δόγμα: αντί για στρατιωτικά πλήγματα, επιδιώκει πλέον την πλήρη οικονομική εξόντωση της Τεχεράνης, στοχεύοντας στην «αιμορραγία» των εσόδων από το πετρέλαιο.

Οι σκληροί όροι και το πυρηνικό πρόγραμμα

Η κίνηση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Λευκός Οίκος, μέσω του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, έχει θέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στο Ισλαμαμπάντ όρους που αγγίζουν τα όρια της συνθηκολόγησης για το Ιράν: πλήρη παράδοση του ουρανίου και διάλυση των πυρηνικών υποδομών. Η Τεχεράνη έχει απορρίψει κατηγορηματικά αυτές τις απαιτήσεις, επιλέγοντας τον δρόμο της αντεπίθεσης μέσω των διεθνών αγορών ενέργειας.

Το «όπλο» των 175 δολαρίων και ο πληθωρισμός 

Το Ιράν ποντάρει σε μια στρατηγική πίεσης που αγγίζει άμεσα τον Αμερικανό —αλλά και τον Ευρωπαίο— καταναλωτή. Η ηγεσία της χώρας εκτιμά ότι ο Τραμπ είναι ευάλωτος στο εσωτερικό του λόγω των τιμών των καυσίμων. Ήδη, οι αναλυτές προειδοποιούν για εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου ακόμη και στα 175 δολάρια ανά βαρέλι, μια εξέλιξη που θα πυροδοτούσε έναν νέο κύκλο παγκόσμιου πληθωρισμού.

Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχάμαντ-Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ήταν σαφής: «Προειδοποιούμε τους Αμερικανούς καταναλωτές για τις τιμές που έρχονται».

Ο παράγοντας Κίνα και οι κίνδυνοι 

Ωστόσο, η επιτυχία του σχεδίου Τραμπ δεν είναι δεδομένη. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, όπως ο Ρίτσαρντ Χάας, τα πάντα θα κριθούν από τη στάση της Κίνας, της Ινδίας και της Τουρκίας. Αν αυτές οι χώρες συνεχίσουν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, ο αποκλεισμός θα παραμείνει μια «τρύπια» στρατηγική.

Τι σημαίνει αυτό για εμάς; 

Για την ελληνική αγορά και την περιοχή μας, η είδηση αυτή προμηνύει ένα δύσκολο διάστημα στις τιμές των καυσίμων και των μεταφορών. Η σύγκρουση πλέον δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά την παγκόσμια οικονομική ισορροπία, με το ερώτημα να παραμένει: Ποιος θα αντέξει περισσότερο σε αυτόν τον πόλεμο φθοράς;