`

Πενήντα χρόνια μετά τη δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς στο Ψυχικό, η υπόθεση που σηματοδότησε τη γέννηση του ένοπλου αντάρτικου πόλης στην Ελλάδα εξακολουθεί να καλύπτεται από σκιές. Ο φάκελος στα κεντρικά της CIA στο Λάνγκλεϊ παραμένει ανοιχτός, όχι για λόγους συμβολικούς, αλλά επειδή θεμελιώδη ερωτήματα δεν απαντήθηκαν ποτέ: ποιος τράβηξε τη σκανδάλη, ποιοι ακριβώς συμμετείχαν στην επιχείρηση, πώς διέρρευσε η ταυτότητα του σταθμάρχη της CIA και πώς μια νεοσύστατη οργάνωση κατάφερε να πλήξει με ακρίβεια έναν τόσο υψηλόβαθμο στόχο.

Η εκτέλεση του Γουέλς δεν ήταν απλώς μια πολιτική δολοφονία. Ήταν ένα γεγονός που αναδιαμόρφωσε τις σχέσεις Ελλάδας–ΗΠΑ, άλλαξε ριζικά τα πρωτόκολλα ασφαλείας των αμερικανικών υπηρεσιών και εγκαινίασε μια περίοδο μακράς τρομοκρατικής δράσης που θα στιγμάτιζε τη Μεταπολίτευση.

Το χτύπημα που αιφνιδίασε τους πάντες

Το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου 1975, ο Ρίτσαρντ Γουέλς επέστρεφε στο σπίτι του μαζί με τη σύζυγό του, ύστερα από χριστουγεννιάτικη κοινωνική εκδήλωση. Η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη στα πρώτα βήματα της δημοκρατικής αποκατάστασης, με το πολιτικό σύστημα να προσπαθεί να σταθεροποιηθεί και τις μνήμες της δικτατορίας να παραμένουν νωπές.

Τρεις μασκοφόροι εμφανίστηκαν μπροστά στην είσοδο της κατοικίας. Η επίθεση ήταν σύντομη, οργανωμένη και απολύτως στοχευμένη. Ο σταθμάρχης της CIA δέχθηκε τρεις πυροβολισμούς από πιστόλι διαμετρήματος .45 και κατέρρευσε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού του. Οι δράστες εξαφανίστηκαν μέσα σε ελάχιστα λεπτά.

Η ευθύνη αναλήφθηκε από μια άγνωστη μέχρι τότε οργάνωση με το όνομα «17 Νοέμβρη». Η Ελλάδα εισερχόταν σε μια νέα, απρόβλεπτη φάση πολιτικής βίας.

Η άγνωστη σύνθεση της πρώτης γενιάς

Παρά την εξάρθρωση της 17Ν το 2002 και τις πολυετείς δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν, η εκτέλεση Γουέλς παραμένει το πιο αινιγματικό της χτύπημα. Κανείς δεν καταδικάστηκε ειδικά ως φυσικός αυτουργός της δολοφονίας. Οι μαρτυρίες υπήρξαν αντικρουόμενες, οι απολογίες αμφισβητήθηκαν και κρίσιμα στοιχεία δεν βρέθηκαν ποτέ.

Ιδιαίτερη θέση στο μυστήριο κατέχει η λεγόμενη «Άννα», μια γυναίκα που φέρεται να συμμετείχε στην επιχείρηση όχι ως εκτελέστρια, αλλά ως υποστηρικτικό μέλος. Περιγραφές τη θέλουν ψηλή, ξανθιά και ιδιαίτερα καλλιεργημένη. Η παρουσία της επιβεβαιώνεται από περισσότερες από μία πηγές, ωστόσο η ταυτότητά της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

Αν ζει, σήμερα θα βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία, έχοντας καταφέρει να εξαφανιστεί πλήρως από τα αρχεία των διωκτικών αρχών, ελληνικών και ξένων. Το γεγονός αυτό από μόνο του καταδεικνύει ότι η πρώτη γενιά της 17Ν διέθετε επίπεδο οργάνωσης και συνωμοτικότητας πολύ ανώτερο από αυτό που αρχικά εκτιμήθηκε.

Το όπλο-σύμβολο που δεν βρέθηκε ποτέ

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της υπόθεσης είναι η εξαφάνιση του ιστορικού πιστολιού .45 που χρησιμοποιήθηκε στη δολοφονία. Το όπλο αυτό συνδέθηκε με σειρά επιθέσεων της 17Ν τα επόμενα χρόνια, λειτουργώντας σχεδόν ως «υπογραφή» της οργάνωσης.

Παρά τις εκτεταμένες έρευνες σε γιάφκες και κρησφύγετα, το πιστόλι δεν εντοπίστηκε ποτέ. Μαζί του εξαφανίστηκε και η γραφομηχανή στην οποία γράφτηκαν οι πρώτες προκηρύξεις, καθώς και η σφραγίδα της οργάνωσης. Τα αντικείμενα αυτά απέκτησαν σχεδόν μυθικό χαρακτήρα, ως σύμβολα μιας εποχής που δεν φωτίστηκε πλήρως.

Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι κάποιο από τα ηγετικά στελέχη φρόντισε να τα απομακρύνει λίγο πριν από την πλήρη αποκάλυψη της οργάνωσης, στερώντας από τις Αρχές κρίσιμα αποδεικτικά μέσα.

Η «Λένα των Παρισίων» και το διεθνές παρασκήνιο

Ένα άλλο λιγότερο γνωστό αλλά εξίσου αινιγματικό κεφάλαιο αφορά την παράδοση της πρώτης προκήρυξης της 17Ν στον Γάλλο φιλόσοφο Ζαν-Πολ Σαρτρ. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές έρευνες, μια Ελληνίδα γυναίκα, γνωστή μόνο με το μικρό της όνομα, φέρεται να λειτούργησε ως σύνδεσμος ανάμεσα στην οργάνωση και τον διεθνή πνευματικό χώρο.

Η ταυτότητά της δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ. Ορισμένες πηγές την περιγράφουν ως φοιτήτρια στη Σορβόννη, άλλες ως πρόσωπο του στενού περιβάλλοντος του Σαρτρ. Το βέβαιο είναι ότι η 17Ν επεδίωξε από νωρίς διεθνή απήχηση και πολιτική νομιμοποίηση, επιλέγοντας προσεκτικά τα κανάλια επικοινωνίας της.

Τα κρίσιμα λάθη της CIA

Η δολοφονία του Γουέλς αποκάλυψε σοβαρά κενά στην ασφάλεια της CIA στην Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι το όνομα και η ιδιότητά του είχαν δημοσιοποιηθεί, δεν ελήφθησαν επαρκή μέτρα προστασίας. Ο ίδιος κινούνταν χωρίς συνοδεία, ακολουθούσε προβλέψιμες διαδρομές και δεν διέθετε προσωπική φρουρά.

Εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε ότι η 17Ν παρακολουθούσε τον σταθμάρχη για μήνες, γνωρίζοντας λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του. Το στοιχείο αυτό προκάλεσε σοκ στους αμερικανικούς κύκλους ασφαλείας και οδήγησε σε ριζική αναθεώρηση των διαδικασιών προστασίας στελεχών στο εξωτερικό.

Από την Ελλάδα στο Λάνγκλεϊ

Η εκτέλεση Γουέλς είχε άμεσες συνέπειες και στο εσωτερικό της CIA. Στελέχη μετατέθηκαν, πρωτόκολλα άλλαξαν και η Ελλάδα κατατάχθηκε πλέον στις χώρες υψηλού κινδύνου. Η υπόθεση λειτούργησε ως προειδοποίηση ότι ακόμη και χώρες χωρίς προηγούμενη παράδοση πολιτικής βίας μπορούσαν να μετατραπούν σε πεδία δράσης οργανωμένων ένοπλων ομάδων.

Ταυτόχρονα, η αδυναμία πλήρους διαλεύκανσης της υπόθεσης λειτούργησε τραυματικά για την ίδια την υπηρεσία, δημιουργώντας έναν φάκελο που παραμένει ανοιχτός περισσότερο ως ένδειξη αποτυχίας παρά ως εκκρεμότητα.

Πενήντα χρόνια μετά

Μισό αιώνα μετά, η δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για την ελληνική πολιτική βία. Δεν είναι μόνο το πρώτο χτύπημα της 17Ν, αλλά το γεγονός που αποκάλυψε τα όρια της κρατικής και διεθνούς ασφάλειας σε μια μεταβατική εποχή.

Οι πρωταγωνιστές είτε πέθαναν είτε σιώπησαν. Τα αρχεία παραμένουν απόρρητα, οι μαρτυρίες αποσπασματικές και τα κρίσιμα αντικείμενα χαμένα. Το αποτέλεσμα είναι μια υπόθεση που κινείται ανάμεσα στην ιστορία και τον μύθο.

Ίσως τελικά ο φάκελος να μην κλείσει ποτέ. Όχι επειδή δεν υπάρχουν απαντήσεις, αλλά επειδή αυτές βρίσκονται θαμμένες σε προσωπικές μνήμες, απόρρητα αρχεία και σιωπές που δεν έσπασαν ούτε μετά την πτώση της οργάνωσης. Και αυτό καθιστά τη δολοφονία Γουέλς όχι απλώς ένα άλυτο έγκλημα, αλλά ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.