Τις τελευταίες ημέρες, Ουκρανοί εκπρόσωποι και Ευρωπαίοι διπλωμάτες προσπαθούν αγωνιωδώς να αναπλάσουν την ειρηνευτική πρόταση της κυβέρνησης Τραμπ για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το αρχικό προσχέδιο, όπως παραδέχονται όσοι εμπλέκονται στη διαδικασία, αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις ρωσικές θέσεις και αφήνει το Κίεβο σε εμφανώς μειονεκτική θέση. Την ίδια στιγμή, ο Βλαντίμιρ Πούτιν παρακολουθεί από το Κρεμλίνο χωρίς ιδιαίτερη πίεση. Για τον Ρώσο ηγέτη, κάθε πιθανό αποτέλεσμα φαίνεται να λειτουργεί υπέρ του: μια συμφωνία που θα κατοχυρώνει πολιτική και στρατιωτική εξάρτηση της Ουκρανίας ή, σε αντίθετη περίπτωση, η κατάρρευση των συνομιλιών, που θα ωθούσε τον Τραμπ να περιορίσει ή να αποσύρει τη βοήθεια προς το Κίεβο, πυροδοτώντας ρήξη ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τους Ευρωπαίους συμμάχους.

Παρά την αισιοδοξία που εξέφρασαν Αμερικανοί και Ουκρανοί συνομιλητές περί «προόδου», η αβεβαιότητα παραμένει. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε κάποιες τεχνικές τροποποιήσεις του κειμένου και επέστρεψαν στα σπίτια τους, όμως κανείς δεν γνωρίζει αν ο Πούτιν θα αποδεχθεί αυτές τις αλλαγές. Ήδη από την περασμένη Παρασκευή, ο Ρώσος πρόεδρος είχε δηλώσει ότι τα 28 σημεία του σχεδίου μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία μόνο αν προηγηθεί ουσιαστική διαπραγμάτευση. Διαφορετικά, ξεκαθάρισε ότι η Μόσχα θα συνεχίσει την πολεμική της πίεση, προειδοποιώντας πως περισσότερες ουκρανικές πόλεις θα περάσουν υπό ρωσικό έλεγχο — αργά ίσως, αλλά «αναπόφευκτα».

Η ρωσική ηγεσία εμφανίζεται πεπεισμένη ότι ο παράγοντας χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Παρά τα οικονομικά πλήγματα από τις κυρώσεις και τη μείωση των εσόδων από την ενέργεια, ο Πούτιν θεωρεί ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από τους αντιπάλους του. Αναλυτές, όπως ο Αλεξάντερ Γκαμπούεφ, περιγράφουν την κατάσταση ως αγώνα αντοχής: η Ουκρανία έχει δείξει εντυπωσιακή ανθεκτικότητα, όμως υστερεί σε ανθρώπινο δυναμικό, οπλισμό, χρηματοδοτικούς πόρους και συνεκτική δυτική υποστήριξη. Στο εσωτερικό της χώρας, ο Ζελένσκι βρίσκεται αντιμέτωπος με στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές πιέσεις, ενώ σκάνδαλα διαφθοράς κλονίζουν την κυβέρνησή του. Παράλληλα, ο Τραμπ του ζητά απάντηση στο ειρηνευτικό σχέδιο μέσα σε στενά χρονικά περιθώρια, κατηγορώντας τον μάλιστα ότι δεν δείχνει επαρκή ευγνωμοσύνη.

Το αμερικανικό πακέτο, που προσπάθησε να γεφυρώσει τις απαιτήσεις Μόσχας και Δύσης, ευθυγραμμίζεται σε μεγάλο βαθμό με παλαιότερες ρωσικές θέσεις. Η νομική δέσμευση ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ αποτελεί την πιο χαρακτηριστική. Ακόμη κι έτσι, δεν είναι βέβαιο ότι ο Πούτιν θα αποδεχτεί το πλαίσιο. Ορισμένες παράμετροι, όπως ο αριθμός των ουκρανικών στρατευμάτων, είναι πιο ευνοϊκές για το Κίεβο σε σχέση με όσα απαιτούσε η Μόσχα το 2022, γεγονός που προκαλεί δυσφορία σε σκληροπυρηνικούς κύκλους του Κρεμλίνου.

Κεντρικό σημείο παραμένει το ζήτημα των εδαφών. Ο Πούτιν φαίνεται πρόθυμος να εγκαταλείψει την απαίτηση πλήρους ελέγχου όλων των τεσσάρων περιοχών που η Ρωσία έχει «προσαρτήσει» στα χαρτιά, αρκεί η Ουκρανία να αποσυρθεί από το τελευταίο τμήμα του Ντονέτσκ που κρατά ακόμη. Η πρόταση Τραμπ προβλέπει μάλιστα μετατροπή της περιοχής σε αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη και αναγνώρισή της ως ρωσικού εδάφους — μια λύση πολιτικά δύσκολη τόσο για το Κίεβο όσο και για τη Μόσχα.

Πολλοί Ευρωπαίοι αναλυτές εκτιμούν ότι ο Πούτιν δεν επιδιώκει πραγματικό συμβιβασμό, αλλά χρόνο. Ελπίζει ότι ο Τραμπ θα αποξενωθεί από τον Ζελένσκι και θα αποσύρει τη στρατηγική αμερικανική υποστήριξη. Χωρίς αυτή, προειδοποιούν, η Ευρώπη αδυνατεί να καλύψει το κενό. Στο βάθος όλων αυτών διαγράφεται ένας στόχος: η καταρράκωση της ουκρανικής αντοχής ώστε η χώρα να οδηγηθεί, τελικά, σε πλήρη υποταγή στις ρωσικές επιδιώξεις.