Πρόλογος – Το άνοιγμα ενός φακέλου

Υπάρχουν στιγμές που η ιστορία δεν διαβάζεται∙ ανοίγεται μπροστά σου.
Έτσι ένιωσα όταν, σε μια έκθεση με αρχειακό υλικό για το Πολυτεχνείο, βρέθηκα μπροστά σε έναν γκρίζο φάκελο με φωτογραφίες του 1973. Τα πρόσωπα, τα βλέμματα, οι νύχτες εκείνες… όλα έμοιαζαν να ανασαίνουν. Δεν ήμουν χρονοταξιδιώτης. Ήμουν ένας άνθρωπος του σήμερα που κρατούσε στα χέρια του θραύσματα μνήμης.

Και από αυτά τα θραύσματα, άρχισε να σχηματίζεται η αφήγηση που ακολουθεί.


1. Η Αθήνα των ημερών εκείνων – Ίχνη μιας σιωπηλής έντασης

Ξεκινώ από τις φωτογραφίες της Αθήνας πριν τις 14 Νοεμβρίου. Ασπρόμαυρες, με δρόμους σχεδόν άδειους, ανθρώπους που περπατούν σκυφτοί. Σε μία από αυτές, ένας άνδρας μιλά στο αυτί μιας γυναίκας πολύ προσεκτικά, σαν να ελέγχει κάθε του λέξη. Στο βάθος, ένα περιπολικό της Χωροφυλακής.

Από τις ιστορικές πηγές γνωρίζω ότι η δικτατορία είχε επιβάλει ένα κλίμα διαρκούς επιτήρησης. Το βλέμω και στις φωτογραφίες: οι άνθρωποι αποφεύγουν την κάμερα, κάποιοι γυρίζουν το κεφάλι σαν από ένστικτο.

Οι δρόμοι γεμάτοι αφίσες της κυβέρνησης, φορτηγά με στρατιώτες, η λέξη «τάξη» να επαναλαμβάνεται σε επίσημα μηνύματα.

Κοιτώντας τα, νιώθω πως η πόλη ζούσε σαν να προετοιμαζόταν για κάτι. Ή μάλλον, σαν να κρατούσε την ανάσα της.


2. Οι πρώτες συγκεντρώσεις – Το βλέμμα της προσμονής

Στις επόμενες φωτογραφίες βλέπω φοιτητές να μαζεύονται στις σχολές, πριν ακόμη αρχίσει η κατάληψη. Κάποια πρόσωπα φαίνονται πιο χαλαρά, άλλα προβληματισμένα. Από μαρτυρίες γνωρίζω ότι υπήρχε ήδη αναβρασμός από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις που είχαν ξεκινήσει μήνες νωρίτερα, με θέματα όπως οι αναγκαστικές αναβολές στράτευσης και η κυβερνητική παρέμβαση στο Πανεπιστήμιο.

Σε μια φωτογραφία, μια ομάδα φοιτητών κρατάει χειρόγραφες αφίσες. Τα γράμματα στραβά, σαν να γράφτηκαν βιαστικά πάνω σε χαρτόνια. Η ένταση δεν φαίνεται ακόμα, αλλά μια προσμονή διαγράφεται στο βλέμμα.

Είναι το βλέμμα πριν από ένα σημείο καμπής.


3. Η είσοδος στο Πολυτεχνείο – Μια πύλη που γίνεται σύμβολο

Φτάνω στις φωτογραφίες της 14ης Νοεμβρίου. Η πύλη του Πολυτεχνείου ανοικτή. Το φως πέφτει παράξενα πάνω στο μέταλλο, σαν να δηλώνει μια αλλαγή χωρίς να την ανακοινώνει. Φοιτητές μπαίνουν, άλλοι συζητούν σε μικρές ομάδες. Στις μαρτυρίες αναφέρεται ότι η κατάληψη δεν ήταν αποτέλεσμα οργανωμένης απόφασης, αλλά μιας αυθόρμητης κίνησης που απέκτησε δυναμική στη στιγμή.

Σε ένα στιγμιότυπο, δύο νεαροί κουβαλούν κουτιά με χαρτιά. Κάποιος γράφει ήδη συνθήματα σε έναν τοίχο: «Κάτω η Χούντα». Το γράψιμο είναι κοφτό, αποφασιστικό.

Είναι η πρώτη φορά που νιώθω πως οι εικόνες αυτές δεν δείχνουν μόνο γεγονότα, αλλά μεταμόρφωση. Ένας χώρος γνώσης μετατρέπεται σε πυρήνα αντίστασης.


4. Η εσωτερική οργάνωση – Η γέννηση ενός μικρού κόσμου

Φωτογραφίες από τα αμφιθέατρα. Εδώ η αφήγηση δεν χρειάζεται σχεδόν καμία φαντασία: οι εικόνες μιλούν. Άνθρωποι καθισμένοι σε κάθε πιθανό σημείο, άλλοι όρθιοι, άλλοι να μιλούν με πάθος. Μια αφίσα πίσω γράφει «Συντονιστική Επιτροπή».

Γνωρίζουμε ιστορικά πως οι αποφάσεις λαμβάνονταν συλλογικά, με διαδικασίες που θύμιζαν δημοκρατικές συνελεύσεις, ανοιχτές σε όλους.

Σε μια φωτογραφία, μια κοπέλα κρατά σημειώσεις∙ το πρόσωπό της φωτίζεται από την ένταση του χώρου. Τα μαλλιά της έχουν πέσει μπροστά από τα μάτια, αλλά φαίνεται η συγκέντρωση στο βλέμμα της. Από τις μαρτυρίες των συμμετεχόντων, ξέρω πως η κούραση ήταν τεράστια, αλλά κανείς δεν σταματούσε.

Βλέπω σημάδια αυτής της κούρασης: ρούχα τσαλακωμένα, πρόσωπα άυπνα, μάτια κόκκινα. Αλλά και κάτι ακόμη: μια ενέργεια, σαν να βρήκαν όλοι έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.


5. Ο ραδιοφωνικός σταθμός – Η φωνή που συνδέει μια πόλη

Όταν φτάνω στις φωτογραφίες του σταθμού, νιώθω πως βλέπω την καρδιά της εξέγερσης.

Ένα τραπέζι γεμάτο μικρόφωνα που μοιάζουν δανεισμένα από διαφορετικές δεκαετίες, καλώδια που διατρέχουν το πάτωμα, χαρτιά με συνθήματα. Και στη μέση, η φωνή — ή μάλλον τα πρόσωπα που της έδιναν σώμα.

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο…»

Ακούω ηχογράφηση της εποχής: οι φωνές νεανικές, με τρέμουλο που όμως σκληραίνει όσο προχωρά η ανακοίνωση. Όχι φωνές εκπαιδευμένων ραδιοφώνων, αλλά ανθρώπων που έβρισκαν λέξεις για να αντισταθούν.

Σε μια φωτογραφία, ένας φοιτητής σκύβει μπροστά στο μικρόφωνο. Από τα ρούχα του βλέπω ότι πρέπει να ήταν εκεί για ώρες. Η στάση του κορμιού κουρασμένη, αλλά το στόμα του αποφασισμένο. Οι μαρτυρίες λένε πως οι εκφωνητές έβγαιναν με βραχνιασμένες φωνές, αλλά συνέχιζαν.

Είναι η αίσθηση ότι η φωνή αυτή ήταν το μοναδικό όπλο που είχαν — και το χρησιμοποίησαν μέχρι τέλους.


6. Η πόλη συρρέει – Φωτογραφίες με πλήθη που μεγαλώνουν

Έπειτα βλέπω τις φωτογραφίες της 15ης και 16ης Νοεμβρίου. Πλήθη που πλησιάζουν την Πατησίων, άνθρωποι όλων των ηλικιών. Στις μαρτυρίες αναφέρεται ότι πολλοί πήγαν στο Πολυτεχνείο για πρώτη φορά∙ άλλοι έφερναν τρόφιμα, νερό, φάρμακα.

Φαίνεται στις εικόνες: πλαστικές σακούλες γεμάτες τρόφιμα, θερμός με καφέδες, κουβέρτες. Μια γυναίκα με παλτό δίνει ένα μικρό πακέτο σε δύο φοιτητές. Το βλέμμα της είναι σοβαρό. Ίσως να ήταν μητέρα.

Στις νυχτερινές φωτογραφίες, οι δρόμοι φωτίζονται από τα αυτοσχέδια φώτα, από τα κεριά, από τους φακούς. Ο κόσμος μοιάζει με θάλασσα που όλο φουσκώνει.

Το συναίσθημα που προκύπτει δεν είναι μόνο ενθουσιασμός. Είναι και φόβος — ένας φόβος που γίνεται αισθητός στα πρόσωπα, αλλά δεν τους σταματά.


7. Οι κινήσεις του στρατού – Η απειλή που πλησιάζει

Οι επόμενες φωτογραφίες αλλάζουν την ατμόσφαιρα. Στρατιωτικά οχήματα. Φαντάροι με κράνη. Ένα τανκ που προχωρά στη Στουρνάρη. Στις μαρτυρίες επιβεβαιώνεται πως το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου η ηγεσία της χούντας διέταξε την επέμβαση του στρατού.

Σε μια φωτογραφία, βλέπω μια ομάδα στρατιωτών να στέκεται στο σκοτάδι. Τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται καλά, αλλά οι στάσεις τους είναι άκαμπτες. Δεν ξέρω τι σκέφτονταν, αλλά από τις περιγραφές φοιτητών γνωρίζω πως αρκετοί φαντάροι ήταν σοκαρισμένοι — οι περισσότεροι συνομήλικοι των φοιτητών που είχαν απέναντί τους.

Το μέταλλο των οχημάτων αντανακλά τα φώτα του δρόμου. Η ένταση φαίνεται πριν ακόμη την επέμβαση.


8. Η εμβληματική εικόνα – Το τανκ μπροστά στην πύλη

Τώρα φτάνω στην πιο γνωστή φωτογραφία. Το τανκ μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου.

Τη γνώριζα από πριν, όπως όλοι.
Αλλά από κοντά — με τα μικρά της σπασίματα, τα πρόσωπα στα κάγκελα, τα χέρια υψωμένα — αποκτά άλλη διάσταση.

Οι μαρτυρίες λένε ότι οι φοιτητές πίσω από την πύλη προσπαθούσαν να μιλήσουν με τους στρατιώτες. Ζητούσαν να μην μπει το τανκ, επαναλάμβαναν πως είναι άοπλοι.

Στη φωτογραφία, βλέπω σκιές ανθρώπων πίσω από τα κάγκελα. Μπορεί να μην φαίνονται καθαρά, αλλά οι κινήσεις τους δείχνουν αγωνία, όχι βία. Κάποιοι στέκονται πάνω στο μεταλλικό πλαίσιο, άλλοι κρατούν χαρτόνια.

Το μέταλλο της πύλης λάμπει από τα φώτα του οχήματος. Είναι η λάμψη πριν τη θραύση.


9. Η 03:00 της 17ης Νοεμβρίου – Η εισβολή

Δεν υπάρχουν πάρα πολλές φωτογραφίες της στιγμής που το τανκ έριξε την πύλη — για προφανείς λόγους. Αλλά υπάρχουν ήχοι, καταγεγραμμένες μαρτυρίες και εικόνες από μετά.

Στις περιγραφές των φοιτητών:
ο ήχος ήταν βαρύς, μεταλλικός, σαν κάτι που σπάει και ταυτόχρονα πέφτει.

Στις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν λίγα λεπτά αργότερα, βλέπω την πύλη πεσμένη στο έδαφος. Κάγκελα στραβωμένα, σπασμένα τζάμια. Το τανκ μέσα στον χώρο. Φοιτητές τρέχουν∙ κάποιοι σηκώνουν τα χέρια τους ψηλά.

Από τις μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι υπήρξε πανικός: δακρυγόνα, συλλήψεις, πυροβολισμοί στον αέρα, τραυματισμοί. Στις φωτογραφίες διακρίνω ανθρώπους που κουβαλούν άλλους, ένα αγόρι με ματωμένο μέτωπο, μια κοπέλα που σκουπίζει τα μάτια της.

Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα. Οι εικόνες αυτές μιλούν χωρίς φωνή.


10. Μετά την εισβολή – Η σιωπή της επόμενης μέρας

Οι τελευταίες φωτογραφίες του φακέλου δείχνουν το Πολυτεχνείο το πρωί της 17ης Νοεμβρίου. Άδειο. Η αυλή γεμάτη θραύσματα, χαρτιά που το φως του ήλιου τα κάνει ακόμα πιο λευκά μέσα στο χάος, καλώδια κομμένα, πινακίδες πεταμένες.

Το κτίριο μοιάζει ήρεμο, αλλά η ηρεμία είναι απατηλή — η μαρτυρία όσων βίωσαν τη νύχτα δείχνει ότι τίποτα δεν ήταν «ήρεμο». Η πόλη γύρω ήταν παγωμένη. Η δικτατορία ήθελε να δείξει ότι επανέφερε την τάξη. Αλλά αυτό που είχε επανέλθει ήταν η σιωπή.

Κοιτώντας αυτές τις εικόνες, νιώθω σαν να βλέπω ένα θέατρο μετά την τελευταία πράξη. Το σκηνικό είναι εκεί, αλλά οι άνθρωποι λείπουν.


11. Η κληρονομιά – Πώς βλέπει το σήμερα την εικόνα του ’73

Κλείνω τον φάκελο και επιστρέφω στο σήμερα.
Περπατώ στο Πολυτεχνείο. Είναι γεμάτο ζωή: φοιτητές, τετράδια, ποδήλατα, ήχοι συζητήσεων.

Αλλά υπάρχει κάτι στον χώρο που δεν αλλάζει — κάτι που βλέπω τώρα αλλιώς, μετά τις φωτογραφίες. Κάτι σαν ίχνος. Όχι μνημείο, αλλά μνήμη που ζει.

Η γενιά εκείνη δεν έκανε άθλους μεταφυσικούς. Έκανε κάτι ανθρώπινο: αντιστάθηκε. Και το πλήρωσε. Αλλά άφησε πίσω της έναν χώρο που σήμερα δεν είναι μόνο σχολή, αλλά σύμβολο.

Οι φωτογραφίες, οι μαρτυρίες, τα σπασμένα κάγκελα, οι φωνές στα ηχητικά…
όλα αυτά δεν είναι ηρωισμός σε αφηρημένη μορφή. Είναι η καταγραφή μιας κοινωνίας που δεν ήθελε να ζήσει γονατισμένη.


Επίλογος – Τι μαθαίνει ένας σύγχρονος αναγνώστης

Κλείνω τα μάτια και ξαναβλέπω τις εικόνες:
τις λάμπες που φωτίζουν νυχτερινά πρόσωπα, τις ματιές των φοιτητών στον σταθμό, την πύλη πριν σπάσει.

Και καταλήγω σ’ ένα συμπέρασμα που βγαίνει όχι από συναισθηματισμό, αλλά από το βλέμμα που σου δίνουν τα τεκμήρια:

Το Πολυτεχνείο δεν ήταν μια στιγμή. Ήταν μια επιλογή.
Μια επιλογή που έγινε από νέους ανθρώπους, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αλλά με πίστη ότι η ελευθερία αξίζει κάθε ρίσκο.

Και αυτή η επιλογή, πενήντα χρόνια μετά, εξακολουθεί να φωτίζει όχι μόνο τα αρχεία, αλλά και όποιον τα κοιτάζει.